Το κλέψιμο της αρκούδας στο Μισδάνι (Αγναντερό)

0
159
Το κλέψιμο της αρκούδας στο Μισδάνι (Αγναντερό)

Το Μισδάνι είναι ένα όμορφο χωριό βορειοδυτικά της Καρδίτσας. Ήταν και είναι κεφαλοχώρι και ήταν έδρα του δήμου Παμίσου. Οι κάτοικοι του είναι Καραγκούνηδες, άξιοι και καλοί νοικοκυραίοι, γλεντζέδες, καλοί χορευταράδες και τίμιοι, οι δε γυναίκες φημίζονται για την ομορφιά τους.
Κάποτε ο βασιλιάς Γεώργιος επισκέφτηκε το Μισδάνι και είδε τις όμορφες γυναίκες με την καραγκούνικη φορεσιά. Είπε στον Πρόεδρο του χωριού να τις βάλει να χορέψουν στην πλατεία μπροστά του. Έμεινε ενθουσιασμένος και στο τέλος τις χαιρέτισε μια-μια, τις φίλησε και τις έδωσε από ένα αργυρό πεντόφραγκο.

Τους Μισδανίτες τους λένε και «κλεφταρκουδιάρηδες». Η ιστορία, λοιπόν, αυτού του χαρακτηρισμού είναι η εξής: Όλοι μας θυμόμαστε τους γύφτους που έρχονταν στα χωριά και γυρίζανε από σπίτι σε σπίτι. Οι γύφτισσες πουλάγανε σήτες, καλάθες, κανίστρες, γαλίκια και κοφίνες. Λέγανε ότι λύνουν και τα μάγια, πουλάγανε μανόγαλο, καθώς και φυλαχτά για το μάτι. Οι άντρες-γύφτοι πουλάγανε ζώα ή κάνανε τράμπα (ανταλλαγή) ή είχανε μια αρκούδα που την έβαζαν να χορεύει και παίρνανε κι αυτοί το χαρτζιλίκι τους. Πολλές φορές βάζανε την αρκούδα να πατάει με το πόδι της κάποιον που είχε πονοκέφαλο ή πονούσε η μέση του ή το πόδι του κ.λπ. κι έτσι ο πόνος έφευγε. Τον γιάτρευε η αρκούδα!!!

Κάποτε κατασκήνωσαν στο Μισδάνι μια ομάδα από έξι με οχτώ τέντες (οικογένειες). Από εκεί περνούσε τακτικά ο αγροφύλακας μήπως δει κάτι το ύποπτο. Ένα απόγευμα ένας νέος γύφτος τον πλησίασε και του είπε πως θέλει να του μιλήσει. Ο αγροφύλακας του έδωσε ραντεβού στο σπίτι του. Η οικοδέσποινα τους σερβίρισε τσίπουρο και ο γύφτος άρχισε:
– Θέλεις είκοσι χρυσές λίρες;
– Ναι, αλλά πώς, του απάντησε ο αγροφύλακας.
– Να, ο αρκουδιάρης που έχει την τελευταία τέντα, έχει μια όμορφη κόρη της ηλικίας μου. Τη ζήτησα σε γάμο και δεν την δίνει. Αν του κλέψουμε την αρκούδα θα δώσει λεφτά και την κόρη.
– Τι λες βρε τώρα;
– Άκου το σχέδιο. Τα μεσάνυχτα ενώ όλοι θα κοιμούνται η κόρη του θα βάλει μια μεγάλη τριχιά με θηλιά στο λαιμό της αρκούδας. Εγώ και εσύ θα την πιάσουμε από τις άκρες και η γυφτοπούλα θα λύσει την αρκούδα. Όταν έρχεται προς το μέρος σου, θα τραβάω εγώ την τριχιά και όταν έρχεται προς το μέρος μου θα τραβάς εσύ. Θα την φέρουμε στον αχυρώνα σου και θα την δέσουμε. Το πρωί το αφεντικό της θα νομίσει ότι λύθηκε και έφυγε και θα αρχίσει να ψάχνει. Εσύ θα του πεις πως ξέρεις πού είναι η αρκούδα, αλλά για να την δώσεις θα ζητήσεις να σου δώσει λύτρα, καθώς και να υποσχεθεί ότι θα δώσει την κόρη του σε μένα.
Ο αγροφύλακας μετά από λίγη σκέψη του λέει.
– Εντάξει, δέχομαι.
Το πρωί λοιπόν, όταν ξύπνησε ο αρκουδιάρης και είδε πως έλειπε η αρκούδα του, έβαλε τις φωνές.
– Μη φωνάζεις, του λέει ο αγροφύλακας, έλα πάμε στο τσαντίρι σου και θα σου εξηγήσω.
Έξω από το τσαντίρι μαζεύτηκαν όλοι οι γύφτοι.
– Άκουσε, του λέει, εγώ γνωρίζω πού είναι η αρκούδα σου, αλλά για να στη δώσω πρέπει να μου δώσεις χρήματα.
Άρχισαν λοιπόν το παζάρι. Στο τέλος ακούστηκαν οι φωνές του γύφτου.
– Μα το Παναΐα, σαράντα λίρες έχω όλες κι όλες.
– Εντάξει, του λέει ο αγροφύλακας, θα μου δώσεις τις σαράντα λίρες αλλά θα με κάνεις και κουμπάρο.
– Τι κουμπάρο, λέει ο γύφτος.
– Να το παλικάρι από δω θα παντρευτεί την κόρη σου.
– Όχι, αυτό δεν γίνεται, φωνάζει ο γύφτος.
– Εντάξει, κι εγώ την αρκούδα θα τη δώσω σε άλλον, είπε ο αγροφύλακας κι έκανε πως φεύγει.
Οι γύφτισσα κάτι ψιθύρισε στο αυτί του γύφτου, τον πήρε πιο εκεί και του έδειξε το βρακί της νέας ματωμένο. Ο αγροφύλακας φώναξε.
– Κουμπάρε πιδί θα βγει (αγόρι).
Σε δυο μέρες έγινε ο γάμος. Ο αγροφύλακας μοιράστηκε τα λύτρα με τον νέο. Κάθε χρόνο που οι κουμπάροι ερχόντουσαν στο χωριό γλεντούσαν. Τώρα δεν έρχονται και οι Μισδανίτες γλεντούν με τους γυροχωρίτες κάθε Απόκριες. Αξίζει τον κόπο να πάτε. Θα ενθουσιαστείτε.
Απόστολος Φλωρίδης
karditsas.blogspot.de