Μια ξεχωριστή εκδήλωση –διάλεξη έλαβε χώρα το Σάββατο το
βράδυ στο Μέγαρο Δικηγόρων Λάρισας, την οποία οργάνωσε ο Σύλλογος
Ποντίων Λάρισας και τελούσε υπό την αιγίδα του Δικηγορικού Συλλόγου
Λάρισας. Αντικείμενο της διάλεξης, η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
και ομιλητής ένας αυθεντικός εκφραστής της Ιστορίας του πολύπαθου
Ποντιακού Ελληνισμού, ο καθηγητής Κώστας Φωτιάδης. Ο πανεπιστημιακός ο
οποίος με πολύχρονες έρευνες, σε ανά
τον κόσμο πάσης φύσεως αρχεία,
κατέγραψε και τεκμηρίωσε πώς συντελέστηκε το έγκλημα της γενοκτονίας από
τις ορδές του Μουσταφά Κεμάλ, που είχε θύματα 353.000 Έλληνες. Μεταξύ
των άλλων σημείων της εξόχως ενδιαφέρουσας διάλεξης, ο διακεκριμένος
ομιλητής αναφέρθηκε σε πολύ συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, που έλαβαν
χώρα στις αρχές του περασμένου αιώνα, στις περιοχές του Πόντου, τόσο
πριν όσο και κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, που
αποδεικνύουν την με ιδιαίτερο τρόπο εθνοκάθαρση σε βάρος των Ελλήνων.
Ακόμη αναφέρθηκε στις προσπάθειες διεθνοποίησης του ζητήματος και
αναγνώρισης της γενοκτονίας από τις ξένες κυβερνήσεις και τόνισε ότι
μέχρι σήμερα αυτό έχει γίνει από τη κυβέρνηση της Σουηδίας, της Νοτίου
Αυστραλίας και τις κυβερνήσεις πολλών πολιτειών της Αμερικής. Παράλληλα
επεσήμανε και την υποχωρητικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων οι οποίες
δεν τολμούν να προωθήσουν το ζήτημα της γενοκτονίας.
Ο
Πρόεδρος Δ. Κατσαρός στο χαιρετισμό του, εξέφρασε την ικανοποίησή του
για την παρουσία του γνωστού ιστορικού στη Λάρισα, αναφερόμενος και στη
προσωπική σχέση που τους συνδέει, επεσήμανε ότι το Ποντιακό ζήτημα με
ευθύνη της πολιτείας δεν είναι στην προτεραιότητα, όπως ήταν την
δεκαετία του 1990, ζήτησε ετοιμότητα προκειμένου να λαμβάνουν άμεσα
απαντήσεις ανιστόρητες απόψεις του τύπου, του «πνιγμού των Ελλήνων λόγω
του συνωστισμού τους στη προκυμαία της Σμύρνης τον Αύγουστο του 1922»
και παράλληλα τόνισε πως οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να βοηθήσουν
στη διεθνοποίηση του ζητήματος λόγω και των νομικών του πτυχών. Τέλος
αναφερόμενος στην ανάγκη διατήρησης και τόνωσης της συλλογικής μνήμης,
κατέληξε με τα λόγια του επίσης μεγάλου Πόντιου ερευνητή Πολυχρόνη
Ενεπεκίδη, πως «..οι πατρίδες είναι σαν τους ανθρώπους. Πεθαίνουν από τη
στιγμή που αρχίζουμε να τις ξεχνάμε…».
Στην προσέγγισή μας στο θέμα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης εμπνεόμαστε
από την Εθνική Αντίσταση. Δεν είναι ότι εμείς είμαστε παρωχημένοι. Η
αντίσταση ήταν ασύλληπτα προχωρημένη.
Το 1943 στο Γαρδίκι της Στερεάς Ελλάδας το Γενικό Επιτελείο Ανταρτών
αποφάσισε τη διοργάνωση αυτοδιοικητικών εκλογών στην Ελεύθερη Ελλάδα,
στα χωριά και τις πόλεις της ορεινής δηλαδή ζώνης της χώρας. Το Γενικό
Στρατηγείο ήταν μια από τις σπάνιες και κορυφαίες στιγμές όπου
λειτουργούσε ενωμένη όλη η Αντίσταση: ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ.
Θα περίμενε κανείς ότι η Διοίκηση των ανταρτών, σε συνθήκες πολέμου
απέναντι σε ένα πανίσχυρο εχθρό, θα ασκούσε ένα πλήρη έλεγχο στις
δημοτικές και κοινοτικές αρχές, θα τις έκανε γρανάζια στη στρατιωτική
μηχανή της.
Έκανε το εντελώς αντίθετο. Υιοθέτησε τον Χάρτη της Τοπικής
Αυτοδιοίκησης, με τέσσερις αρχές. Ανάμεσά τους η ψήφος και η
εκλογιμότητα των γυναικών και των νέων. Πρώτη αρχή όμως ήταν η πλήρης
ανεξαρτησία της Αυτοδιοίκησης και ο αποκλεισμός οιασδήποτε κομματικής
παρέμβασης. Με ασύλληπτη ευφυία και τόλμη συνέλαβαν ότι η καλύτερη
προσφορά στον αγώνα τους ήταν να ευδοκιμήσουν οι αυθεντικές τοπικές
διεργασίες ώστε να αναδειχθεί μια δημοκρατικά οργανωμένη κι ενωμένη
κοινωνία ενάντια στους γερμανούς καταχτητές.
Όταν σκέφτομαι αυτά, κατανοώ πλήρως τη συγκλονιστική φράση που είπε
πριν λίγες μέρες στη συγκέντρωσή μας στη Θεσσαλονίκη ο υποψήφιος του
Σχεδίου Β καθηγητής ιστορίας Χρήστος Παπαδημητρίου, για δεκαετίες
πρόσφυγας στην Τασκένδη: «στην Κατοχή εμείς νοιώθαμε ελεύθεροι». Ενώ
σήμερα, σε βαθιά ύφεση, αλλά χωρίς τα ποτάμια αίματος της Κατοχής, η
κοινωνία δεν νοιώθει ελεύθερη γιατί της έχει επιβληθεί ένα άτεγκτο
κομματικό σύστημα από τα πάνω, ανίκανο να γεννήσει την προοπτική της
απελευθέρωσης.
Ως Σχέδιο Β αποφασίσαμε να είναι οι τοπικές μας κινήσεις που θα
επιλέξουν αν και ποιόν θα στηρίξουν. Με κριτήρια τη σύγκρουση με τις
πολιτικές της τρόικα στην αυτοδιοίκηση, με τον συγκεντρωτισμό του
Καλλικράτη, με τα τοπικά εργολαβικά συμφέροντα. Την ικανότητα ευρύτερων
κοινωνικών συσπειρώσεων με οικολογικές, πολιτιστικές, αθλητικές
κινήσεις, πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, κινήματα πλατειών, ενάντια στους
πλειστηριασμούς, τα διόδια, τους μεσάζοντες. Την ύπαρξη συγκροτημένων,
πρωτοποριακών και υλοποιήσιμων προγραμμάτων.
Είναι σημαντικό που εδώ στο Χαλάνδρι υπάρχει μια τέτοια εκλογική
προσπάθεια, η «Αντίσταση με τους Πολίτες του Χαλανδρίου», με υποψήφιο
Δήμαρχο τον Σίμο Ρούσσο, που έχει την πλήρη στήριξή μας. Αντίστοιχες
κινήσεις υπάρχουν και σε άλλους δήμους της Αττικής, όπως στο Ίλιον με
επικεφαλής τον Πάνο Κουτσιανά. Στην Αγία Παρασκευή με τον Σπύρο Αλεξίου.
Στη Νίκαια με τον Κλώστα Παπαδόπουλο. Στη Γλυφάδα με τον Νίκο
Πυρουνάκη. Ή στην περιφέρεια, όπως στην Πάτρα με τον Χρήστο Πατούχα.
Στη Λέσβο με τον Στράτο Γεωργούλη. Στα Γιάννενα με τον Στέφανο Σκοπούλη.
Στη Ναόυσα με τον Δημήτρη Ρίζο. Και πολλές ακόμα ανάλογες περιπτώσεις
που έχουν εντοπίσει και ανακοινώσει οι πολιτικές μας κινήσεις.
Ακόμα και κάποια ψηφοδέλτια που έχουν ξεκινήσει ως κομματικές
πρωτοβουλίες μπορούν στην πορεία να προωθήσουν τις ενωτικές τοπικές
δυναμικές που επιδιώκουμε. Αξίζει για αυτό να στηριχθεί στην Περιφέρεια
Αττικής ο συνδυασμός που προωθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με επικεφαλής τη Δέσποινα
Κουτσούμπα που έχει δώσει δείγμα γραφής μιας πολύ δημιουργικής και
αγωνιστικής δραστηριότητας ως πρόεδρος των ελλήνων αρχαιολόγων. Ή στην
περιφέρεια Βορείου Αιγαίου ο συνδυασμός που προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, με την
Αγλαία Κυρίτση, που στάθηκε γενναία στον αγώνα για την Ελεύθερη ΕΡΤ».




