Το βαθύτερο νόημα του Πάσχα
Η Σταυρική θυσία του Ιησού δείχνει ότι ο Θεός πονάει για τον άνθρωπο και
τ’ανθρώπινα βάσανα. Γι’αυτό από αγάπη προσφέρει ό,τι πιο πολύτιμο έχει
για να σώσει τον ίδιο του τον Υιό.
Θέλησε να διδάξει την
αντίσταση και την πάλη στο κακό, αλλά και την έννοια της αγάπης και τη
διάθεση της προσφοράς του εαυτού μας υπέρ των πολλών.
Είναι η
γιορτή της αγάπης, γιατί ο ίδιος ο Χριστός μας θυσιάστηκε για τη σωτηρία
τη δική μας. Είναι το καλύτερο δείγμα της αγάπης του για μας.
Με τη γιορτή αυτή της Ανάστασης του Ιησού ξαναγεννιέται η φύση και η ίδια η ζωή.
Αλ. Παπαδιαμάντης: ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ
Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ
καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου
και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς
μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε
δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού
Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το
σάλι του
διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται
επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των
φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ’ εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο
μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και
τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί
του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο
ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το
υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος
του ο στακτερός, ο λοξός κ’ επικληνής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ
εμειδίων.
Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα
εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν
έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει
αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να
υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η
εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα
δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο!
Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα
γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν
φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον
τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι.
(Sir Pierro = Sir Peter).
Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη
πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι’ ανάφτει
και σκορπιέται σε κάθε μεριά.
Ο μπάρμπα-Πύπης
έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε
γυρίσει κόσμον κ’ έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την
Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και
μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον
ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.
«Ιλ τραδιτόρε νον
α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ’
εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ’η γης
αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ’ ου η γη
δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν
εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίσει την
διαφοράν.
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών
συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν
ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος,
άγιος κύριος Σαβαώθ… ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι
σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το
πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος,
άγιος, άγιος… ως ενάντιος υψίστοις!»
Εν μόνον είχεν
ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και
χωρίς ν’ ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο
πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν’
ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού
κλήρου…
Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του
έτους 188… περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον
ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ’ Αθηνών είς
Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο
οδοιπόρος εδίσταζε ν’ αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των
χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως
πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του
σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ’ έκαμνεν οικονομίαν.
Αλλ’ όχι δεν ήτο
πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε
τάξιμο να καταβαίνη κατ’ έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν’ ακούη
την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να
λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν’ αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας
Αθήνας.
Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος
μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν’ ακούση το Χριστός Ανέστη εις
τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο
κ’ ευφρανθή η ψυχή του.
Και όμως ήτο… δυτικός!
Ο μπάρμπα-Πύπης,
Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και
υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την
άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ
του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α’ «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα»
όταν εκινδύνευσε ν’ αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων
συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων,
φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς
του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.
Φαίνεται ότι οι
Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον
αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους
Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι
μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα
του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.
Ο μπάρμπα-Πύπης
έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του
και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον
κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν
αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο
Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον,
έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές
αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα
έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.
Την εσπέραν
λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός,
κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν’ ανάψη κατά την
Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού,
εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ’ ολίγον ν’ αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον
τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν
γωνίαν, κ’ εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς
δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του,
ήναψεν σιγαρέττον κ’ εκάπνιζεν ηδονικώς.
Εκεί ακούει
όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν
προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο
δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης
φονικού όπλου.
Εκείνην την στιγμήν είχε
λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν
προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της
πανσελήνου, θ’ ανέτελλε μετ’ ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν
προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου,
όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε
ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν
εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει
δε να ήτο τουφέκιον.
Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ’ έκραξεν εναγωνίως.
-Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις…
Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;
-Δεν ξέρω ‘γω απ’
αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι’
άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού
σαρκασμού. Εγελάστηκες. Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον
γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν
ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του
θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.
Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν’ ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.
Ο χωρικός εκάγχασε.
-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι’ από πού έρχεσαι;
-Απ’ την Αθήνα.
-Απ’ την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν’ ακούσης Ανάσταση;
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.
Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
-Να φχαριστάς, καϋμένε…
Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!
Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
-Κάνεις άδικα και
συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ’ ευχαριστώ ως τόσο που δε
μ’ ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για
κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ’ επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε…
Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ’ έγινεν άφαντος.
Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.
Το συμβεβηκός
τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ’ έτος την ευσεβή
του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις
τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
Εφέτος το
μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την
προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από
πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον
Πάσχα.
(1891)
Από τα Πάθη στην Ανάσταση: H σημασία του Πάσχα
H μεγάλη γιορτή του Πάσχα πλησιάζει, φέρνοντας μαζί της το μήνυμα της
Ανάστασης, της ανανέωσης και της ελπίδας. Η Κυριακή του Πάσχα αποτελεί
σημαντική πηγή έμπνευσης και εσωτερικής ανάτασης για τον άνθρωπο. Από τα
ματωμένα σεντόνια στον άδειο τάφο του Κυρίου, ο κόσμος σηματοδότησε
τότε μια διαφορετική εποχή καινούργιων γενναίων
ξεκινημάτων. Το μήνυμα
της αγάπης, της πίστης και της ελπίδας αντηχεί σε όλο τον κόσμο.
Ο
Ντοστογιέφσκι, στους ‘Αδελφούς Καραμαζώφ’ είπε: ‘χωρίς Θεό, όλα
επιτρέπονται’, αλλά η γιορτή του Πάσχα δηλώνει ‘Με το Θεό, όλα είναι
δυνατά’. Πρόκειται για ένα μήνυμα ελπίδας που ξεπερνάει τους
περιορισμούς μας και θριαμβεύει πάνω στους χειρότερους φόβους μας. Αυτό
είναι το πραγματικό νόημα του Πάσχα.
Το νόημα της Μεγάλης Εβδομάδας
Η
εβδομάδα των παθών, όπως επίσης αποκαλείται η Μεγάλη Εβδομάδα,
σηματοδοτεί, πέρα από το θρησκευτικό της νόημα, την έναρξη μιας εποχής
σκέψης και περισυλλογής για τους περισσότερους ανθρώπους.
Είναι η
εβδομάδα κατά την οποία ακόμα και άτομα τα οποία δεν εκκλησιάζονται
τακτικά αισθάνονται την ανάγκη να πάνε στην εκκλησία, ν’ ανάψουν ένα
κεράκι και να σκύψουν συλλογισμένοι το κεφάλι μπροστά στα εικονίσματα.
Γιατί
όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ποιος είναι ο λόγος που το άτομο αισθάνεται
ξαφνικά αυτή την ανάγκη να πάει στην εκκλησία; Γιατί συγκεκριμένα αυτή
την εβδομάδα που συνδέεται με τη γιορτή του Πάσχα και όχι ενδεχομένως
κάποια άλλη;
Τα πάθη του Χριστού, σε ψυχολογικό επίπεδο,
συμβολίζουν τα πάθη που περνάει κάθε άνθρωπος. Πρόκειται για μια
υπενθύμιση ότι, όσο καλά και αν πάει η ζωή κάποιου, υπάρχουν πάντα οι
δύσκολες στιγμές, τα πράγματα που δεν μπορεί κανείς να ελέγξει, οι
συγκυρίες ή τα δυσάρεστα που συμβαίνουν ξαφνικά και ταράζουν την ομαλή
ζωή και τη ρουτίνα.
Η Μεγάλη Εβδομάδα συμβολίζει τη σκοτεινή
πλευρά του ανθρώπου, τα προσωπικά πάθη που βασανίζουν τον κάθε ένα και
του θυμίζει με αμείλικτο τρόπο τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Το προσωπικό νόημα του Πάσχα
Κόκκινα
αβγά, μοσχοβολιστά τσουρέκια, ο παραδοσιακός οβελίας, τα κοκορέτσια, η
ευκαιρία απόδρασης στο χωριό: για τους περισσότερους, το Πάσχα είναι μια
όμορφη ανοιξιάτικη γιορτή που προσφέρει την ευκαιρία να περάσουμε τη
μέρα με την οικογένειά μας και να ευχαριστηθούμε με το όσα έχουμε.
Όμως,
η γιορτή αυτή είναι κάτι περισσότερο από αυτή την απλή ευχαρίστηση. H
μεγάλη αυτή γιορτή της χριστιανοσύνης έχει όμως και προσωπικό νόημα για
το κάθε άτομο, γιατί αγγίζει τα βαθύτατα υπαρξιακά θέματα του πόνου, της
δυστυχίας, του δεινοπαθήματος, και του θανάτου.
Είναι μια
ευκαιρία για να κάνει κανείς την ενδοσκόπησή του, για να ρίξει μια
διεισδυτική ματιά στον εσωτερικό του κόσμο και να αναλογιστεί για την
πορεία του, τις αξίες του και τους στόχους του.
Η Εβδομάδα των
Παθών που καταλήγει στην Ανάσταση έχει ένα βαθύ ψυχολογικό νόημα: το
πέρασμα από τα πάθη στη λύτρωση και τον εορτασμό της ανανέωσης και της
ανάτασης.
Το πάθος, ο πόνος οι προδοσίες, οι πειρασμοί, οι
πλάνες, οι προσκολλήσεις, οι απoγοητεύσεις, οι δυσκολίες, ο θάνατος
είναι το ψυχολογικό τοπίο μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος και το οποίο ζει
μέσα μας.
Ξεπερνώντας όλα αυτά τα στοιχεία μπορούμε να
ξαναδημιουργήσουμε το ατομικό μας ψυχολογικό τοπίο, να ανανεωθούμε και
να δώσουμε νέο νόημα στη ζωή μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η γιορτή του
Πάσχα συμπίπτει με την Aνοιξη, όταν η φύση ξυπνά από τη χειμερία νάρκη
της και περνά στην περίοδο της γονιμότητας και της ευφορίας.
Ψυχολογικά,
αυτή η γιορτή συμβολίζει και μια ευρύτερη ψυχική διαδικασία της
εξάλειψης και της αναγέννησης: εγκαταλείπουμε όλα όσα είμαστε και δεν
μας αρέσουν και προσπαθούμε να κερδίσουμε κάτι νέο, να αναγεννηθούμε
ψυχολογικά με διαφορετικό τρόπο.
Ο άνθρωπος είναι φυλακισμένος
των συνηθειών του, των φόβων του, της αρνητικότητας και της
επιφυλακτικότητάς του, αλλά πάντα έχει τη δυνατότητα να αποδράσει με το
να πάψει να φοβάται τους εσωτερικούς κι εξωτερικούς ‘εχθρούς’ του, με το
να πάψει να φοβάται το γεγονός ότι έχει να κουβαλήσει τον προσωπικό του
σταυρό και αντέξει τον πόνο.
Ο άνθρωπος θα πρέπει να
εγκαταλείψει την αυτολύπηση και το αυτομαστίγωμα και να είναι
διατεθειμένος να ξεπεράσει τα προσωπικά του όρια, τις δυσκολίες του, την
ψυχολογική τελμάτωσή του, και την έλλειψη νοήματος στη ζωή του.
Ο
άνθρωπος χρειάζεται κάτι που θα τον υποκινήσει, αυτό το σποράκι που θα
φυτρώσει και θα θεριέψει μέσα του: πάθος σε αυτό που κάνει, πίστη κι
ελπίδα σε κάτι, ενδιαφέροντα και όνειρα.
Το μήνυμα της Ανάστασης
έρχεται να μας θυμίσει με πολύ επίκαιρο τρόπο ότι, παρ’ όλες τις
δυσκολίες, τις αντιξοότητες, ακόμα και το θάνατο γύρω μας, ωστόσο
μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον εαυτό μας στον βαθμό που επιθυμούμε κάτι
τέτοιο και ρισκάρουμε να το πραγματοποιήσουμε.






