Η τρίτη κακή επιλογή

    0
    66

    Tου Πασχου Mανδραβελη
    Κάποτε ο πρωθυπουργός είχε θέσει το δίλημμα ως εξής: «΄Η αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Δυστυχώς, όμως, υπάρχει και μια τρίτη εξίσου κακή με τη δεύτερη επιλογή. Ούτε να αλλάξουμε, ούτε να βουλιάξουμε. Αυτή είναι η επιλογή των μικρών και μεγάλων κατεστημένων συμφερόντων που έχουν θρονιαστεί στην ελληνική οικονομία. Δεν θέλουν, φυσικά, να βουλιάξει η χώρα, αλλά ούτε να μεταρρυθμιστούν όλες εκείνες οι προσοδοφόρες για κάποιους δομές που την κρατούν μισοβυθισμένη.
    Αν παρατηρήσουμε την ιστορία της μεταπολίτευσης, θα δούμε ότι το πολιτικό σύστημα ανέπτυξε μια «σοφή» περιοδικότητα. Τις περιόδους της μεγάλης σπατάλης διαδεχόταν πάντα ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα. Ετσι, μετά τη σπατάλη του 1980 – 1985 είχαμε το πρόγραμμα λιτότητας του Ανδρέα Παπανδρέου (1985 – 1987), την περίοδο του «Τσοβόλα δώστα όλα» αλλά και των οικουμενικών
    κυβερνήσεων την διαδέχθηκε το πρόγραμμα Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ενώ από το 1994 – 2000 είχαμε επίσης ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα για να μπούμε στην ΟΝΕ. Μόνο κατά την τελευταία περίοδο της Νέας Δημοκρατίας δεν τηρήθηκε αυτός ο κανόνας· ενώ από το 2007 τα νούμερα έδειχναν ότι η οικονομία πάει στα βράχια, η κυβέρνηση, αντί να βάλει φρένο στις δαπάνες, πάτησε γκάζι, με αποτέλεσμα να βρεθούμε με ένα έλλειμμα 15,4% και εκτός αγορών.
    Σε αυτές τις περιόδους υπήρξαν μεν τομές, αλλά χωρίς συνέχεια. Το 1985, για παράδειγμα, ο κατασυκοφαντημένος Δημήτρης Τσοβόλας εφάρμοσε τον ΦΠΑ και επέβαλε τις ταμειακές μηχανές. Την περίοδο 1990 – 1993 υπήρξαν αποκρατικοποιήσεις και απελευθερώθηκαν (εν μέρει) οι τηλεπικοινωνίες. Το 1994 φτιάχτηκε το ΑΣΕΠ. Το 1998 έγινε η μεγάλη τομή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση με τον «Καποδίστρια» κ. ά. Αυτές οι τομές, όμως, όποτε προσέκρουαν σε κατεστημένα συμφέροντα, λειαίνονταν: κάποιοι συμβιβασμοί από εδώ, λίγες υποχωρήσεις από εκεί, κάτι «τα στραβά μάτια» που έκαναν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, στο τέλος η θετική επίδραση αυτών των μεταρρυθμίσεων ελαχιστοποιούνταν. Για παράδειγμα, οι ταμειακές μηχανές από το 1985 μέχρι προσφάτως είχαν σχεδόν διακοσμητικό ρόλο στα μαγαζιά.
    Τον ίδιο κίνδυνο διατρέχουμε και σήμερα. Θεσμοθετήθηκαν μεγάλες μεταρρυθμίσεις (ασφαλιστικό, «Καλλικράτης», «Διαύγεια», «Ενιαία αρχή Πληρωμών» κ. ά.). Αυτές, παρά τα προβλήματα που παρουσίασαν ή θα παρουσιάσουν στο μέλλον, θα έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε βάθος χρόνου. Ελλοχεύουν όμως πολλοί υπουργοί και πολλά συμφέροντα που μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τα θετικά αποτελέσματα. Κάτι οι «νίκες» της κ. Κατσέλη από εδώ, λίγο οι 250 δημόσιοι οργανισμοί που ήταν να σταματήσουν να ροκανίζουν τον κρατικό κορβανά και τελικά κλείνουν 79, δηλαδή επί της ουσίας 29, το εγχείρημα μπορεί να διαβρωθεί πριν το πάρουμε είδηση.
    Ο μεγαλύτερος κίνδυνος όλων είναι να επαναπαυθεί πάλι το σύστημα στην παράταση που θα πάρουμε για την αποπληρωμή του δανείου των 110 δισ. Να μη βουλιάξουμε, αλλά ούτε να αλλάξουμε. Να τακτοποιήσουμε λίγο τα νούμερα χωρίς να εκσυγχρονίσουμε την ελληνική οικονομία και την κοινωνία σε βάθος. Να βολευτούμε και πάλι σε εκείνη τη μίζερη κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μέχρι τη στιγμή που η διεθνής συγκυρία θα στραφεί πάλι εναντίον μας και θα ξανατρέχουμε. Καλώς ή κακώς, ο εκσυγχρονισμός απαιτεί μεγάλες και γενναίες αποφάσεις. Η ακύρωσή τους όμως μπορεί να γίνει από τις μικρές και μίζερες, που όλοι μας -και όχι μόνο οι υπουργοί- θα χαρούν να τις πάρουν.