Συνελήφθη 28χρονος αλλοδαπός για παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας

Συνελήφθη, χθες (06-04-2014)
το πρωί στη Λάρισα, από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας, ένας 28χρονος
αλλοδαπός, υπήκοος Αλβανίας, διότι εκκρεμούσαν σε βάρος του δύο καταδικαστικές
αποφάσεις για παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), με συνολική
ποινή φυλάκισης είκοσι ημερών και συνολική χρηματική ποινή (350) ευρώ.
  

Έκλεβαν ανακυκλώσιμα λάδια στο Βόλο

Συνελήφθησαν χθες (06-04-2014)
το πρωί στο Βόλο, από αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος, δύο αλλοδαποί,
υπήκοοι Αλβανίας, ηλικίας 34 και 36 ετών, διότι αφαίρεσαν με τη χρήση αντλίας
από κυτίο περισυλλογής χρησιμοποιημένων ελαίων που ανήκει σε εταιρεία ανακύκλωσης,
ποσότητα χρησιμοποιημένων ελαίων διακοσίων (200) λίτρων περίπου.

Δυο νέοι με κάνναβη…συνελήφθησαν χθες στη Λάρισα.

Συνελήφθησαν χθες (06-04-2014)
το βράδυ στη Λάρισα, από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών, δύο
ημεδαποί, ηλικίας 24 και 22 ετών, διότι κατά τον αστυνομικό έλεγχο που τους
διενεργήθηκε, βρέθηκε στην κατοχή τους και κατασχέθηκε ένα χάρτινο περιτύλιγμα
με κάνναβη, βάρους (1,6) γραμμαρίων.

Νόμος Κατσέλη:ένα μέσο καταστολής της υπερχρέωσης

Γράφει η Φωτεινή Παπαγεωργίου,
Δικηγόρος 
Από τον Αύγουστο του 2010,
οπότε και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος για την
πολυαναμενόμενη και πολλά υποσχόμενη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων
ελληνικών νοικοκυριών, ευρέως γνωστός ως Νόμος Κατσέλη (ν. 3869/2010, όπως
τροποποιήθηκε ακολούθως με τον ν. 4161/2013), ποικίλα έχουν λεχθεί για το σκοπό,
που επεδίωξε να επιτελέσει η θέσπισή του, για την επιτυχία της εφαρμογής του,
ως και για τα πραγματικά οφέλη, που επιφυλάσσει η υπαγωγή στον εν λόγω νόμο ενός
υπερχρεωμένου καταναλωτή. Η Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3869/2010 μας δίνει μία
πρώτη

εικόνα για το στόχο, που ετέθη προς επίτευξη από τον νομοθέτη. Αναφέρεται
μεταξύ άλλων πως «στη ψήφιση του εν λόγω νόμου οδήγησαν παράγοντες, όπως η
εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής
πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, οι ατυχείς
προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών, κυρίως δε η
απώλεια της εργασίας τους, που δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής
υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην
αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών, τα οποία αδυνατώντας στη συνέχεια να
αποπληρώσουν τα χρέη τους υπέστησαν και υφίστανται τις αλυσιδωτά επερχόμενες
καταστροφικές συνέπειες της περιθωριοποίησης, εγκλωβισμού και ανικανότητας
σχεδιασμού συμμετοχής στην οικονομική και κοινωνική ζωή».

Είναι σαφές πως η ψήφιση του
νόμου έλαβε χώρα σε μία χρονική και ιστορική συγκυρία ιδιαίτερα ζοφερή για το
μέσο ελληνικό νοικοκυριό, καθώς οι μισθοί και οι συντάξεις του δημοσίου
υπέστησαν μία άνευ προηγουμένου περικοπή τόσο δια της αφαίμαξης του βασικού
μισθού ή της συντάξεως όσο και με την επιβολή πρωτάκουστων εισφορών και
υπέρμετρων κρατήσεων, ο δε ιδιωτικός τομέας άρχισε να κλυδωνίζεται συθέμελα με
την οικονομική κρίση να παρασύρει στη δίνη της πτώχευσης τη μία επιχείρηση μετά
την άλλη, ώστε το «ένας και πλέον άνεργοι σε κάθε οικογένεια» να είναι πλέον
μία δεδομένη και παγιωμένη κατάσταση. Την ίδια στιγμή, η εισοδηματική στενότητα
συνοδευόταν από αλματώδη αύξηση των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης, στα
τιμολόγια των ΔΕΚΟ και στην κάθε μορφής ενέργεια, με αποτέλεσμα η ρευστότητα
του Έλληνα καταναλωτή να φθίνει μήνα με το μήνα. Παράλληλα, οι δόσεις των
τραπεζικών δανείων συνέχιζαν την κούρσα των ανατιμήσεων, με τα κυμαινόμενα
επιτόκια να αγγίζουν τα ύψη και με τον συμφωνηθέντα ανατοκισμό και τους τόκους
υπερημερίας να διογκώνουν ανηλεώς το χρέος. Τα δε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό
φράγκο, που εδόθησαν σε ανυποψίαστους δανειολήπτες από τις αρχές έως τα τέλη
του 2008 αποτέλεσαν ένα από τα μεγαλύτερα τραπεζικά σκάνδαλα των τελευταίων
ετών, καθώς η προβλεπόμενη από τον τραπεζικό κόσμο ανατίμηση του ελβετικού
φράγκου έναντι του ευρώ, ενώ αντισταθμίστηκε από τα τραπεζικά ιδρύματα, παρά
ταύτα μετακυλίστηκε στον καταναλωτή, υπερμεγεθύνοντας το χρέος του.
Ερχόμενοι αντιμέτωποι με την
νέα αυτή μη αναστρέψιμη πραγματικότητα, οι λήπτες των τραπεζικών δανείων είχαν μέχρι
τότε τη μία και μοναδική δυνατότητα της σύναψης νέας σύμβασης ρύθμισης με την
τράπεζα, δυνάμει της οποίας είτε τους χορηγούνταν μία περίοδος χάριτος με μηδενικές
καταβολές, είτε μειώνονταν οι μηνιαίες δόσεις με επιμήκυνση του δανείου τους,
είτε ζητούνταν η χορήγηση εγγύησης από έτερο τρίτο πρόσωπο με ακίνητη
περιουσία. Και στις τρεις περιπτώσεις, ο μόνος κερδισμένος παρέμενε το
πιστωτικό ίδρυμα επί ζημία του καταναλωτή. Ο νόμος 3869/2010 ήρθε στο χρονικό
σημείο αυτό να παράσχει μία έτερη εναλλακτική στους δανειολήπτες καταναλωτές
υπό τις ευλογίες του Κράτους Δικαίου, το οποίο «δεν ήθελε» επ’ ουδενί να εγκαταλειφθεί
ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε
και οι πιστωτές δεν θα μπορούσαν να αντλήσουν κανένα κέρδος.
Αυτά τα τρεισήμισι χρόνια
εφαρμογής του νόμου, πολλοί καταναλωτές που προσέφυγαν στα αρμόδια Ειρηνοδικεία
του τόπου της κατοικίας τους ή της συνήθους διαμονής τους πέτυχαν πολύ ευνοϊκές
αποφάσεις, με τις οποίες περικόπηκε ένα σημαντικό ποσοστό χρέους τους.
Πρόκειται στην συντριπτική τους πλειονότητα για περιπτώσεις μακροχρόνια
ανέργων, συνταξιούχων, ανθρώπων με προβλήματα υγείας και με μικρό εισόδημα,
καθώς και μέλη μονογονεϊκών οικογενειών. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ευπαθείς κοινωνικές
ομάδες, τις οποίες ευνόησαν ιδιαίτερα οι Ειρηνοδίκες, εκδίδοντας τις περίφημες
αποφάσεις διαγραφής των χρεών τους. Φυσικά και δεν περιορίστηκαν μόνο σε αυτές,
οδηγούμενοι περαιτέρω σε επωφελείς δικαστικές κρίσεις και για δημοσίους και
ιδιωτικούς υπαλλήλους με γλίσχρα εισοδήματα και με πολλές οικογενειακές υποχρεώσεις.
Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, παρά την αποδεδειγμένη οικονομική αδυναμία των
αιτούντων, ορισμένοι Δικαστές (ευτυχώς η μειοψηφία των δικασάντων) στάθηκαν σε
δήθεν τυπικές παραλείψεις των αιτήσεων, απορρίπτοντάς τες και εκφράζοντας με
τον τρόπο αυτό εν πολλοίς μία έμμεση αποδοκιμασία προς τους σκοπούς του νόμου.
Παρά τα ως άνω καταγεγραμμένα στη
δικαστηριακή πρακτική των Ειρηνοδικείων της χώρας, ένα πράγμα είναι κοινή
παραδοχή του νομικού και τραπεζικού κόσμου: ο νόμος Κατσέλη αποτελεί το
ασφαλέστερο σήμερα καταφύγιο για όλους εκείνους τους δανειολήπτες, που
αδυνατούν πραγματικά, παρά τις εργώδεις προσπάθειές τους, να αποπληρώνουν κάθε
μήνα ακέραια τη δόση των δανείων τους. Αφενός κερδίζουν χρόνο, αποκτώντας «το
μπόνους» της αναστολής των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών μέχρι την
εκδίκαση της αιτήσεώς τους, αφετέρου δε προτείνουν τη δόση που δύνανται να
καταβάλουν, υπαγόμενοι πλέον στην κρίση του φυσικού τους Δικαστή. Πέραν κάθε
αμφιβολίας, και ενώ χιλιάδες δανειολήπτες στην Ελλάδα βρίσκονται επί ξυρού ακμής,
αξίζει να προσφύγουν στον Νόμο 3869/2010, προκειμένου να καρπωθούν τις
ευεργετικές προβλέψεις του νόμου, σε μία έσχατη προσπάθεια νοικοκυρέματος του
παθητικού τους.

Εκλογές 2014: «Σύγκρουση για κάθαρση» ή «μουσικές καρέκλες»;

Γράφει ο Καθηγητής
 Γιώργος Πιπερόπουλος
                               
    Στο πέρασμα των
αιώνων δεν αμφισβητήθηκε η θεώρηση και αποδοχή της ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ως ένα σαφώς
ελληνικό δημιούργημα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε λαός, σε κάθε γωνιά
της γης δεν βίωσε και δεν βιώνει καθημερινά τις δικές του μικρές και μεγάλες
τραγωδίες που χρωματίζουν δραματικά και, ενίοτε τραγελαφικά, τις προσωπικές
στιγμές ατόμων, τις συλλογικές οντότητες ομάδων.

     Εμείς από το καλοκαίρι του 2010 ζούμε στην
πατρίδα μας μια πολύ ιδιόμορφη τραγωδία με πρωτόγνωρες δραματικές προεκτάσεις.
    Ζούμε, σε
καθημερινή βάση, την ουσιαστική αλλά όχι επίσημη, οικονομική μας «πτώχευση» με
Συν-Κυβέρνηση «Νέας» ΝΔ και «υπολοίπου» ΠΑΣΟΚ.
    Τα
κοινωνικό-πολιτικά, όμως, δεδομένα όπως και η σχετική οικονομική ύφεση,
πηγαίνουν πολύ πιο πίσω από το καλοκαίρι του 2010 και την ιστορική πρόσκληση
στην τρόικα.
     Από την εποχή
της απροσδόκητης ένταξής μας στο ευρώ και την ευρωζώνη από την Κυβέρνηση του κ
Σημίτη τα ψυχοκοινωνικά δεδομένα της ελλαδικής πραγματικότητας είχαν αποκτήσει
τόσες και τέτοιας υφής προεκτάσεις και νοήματα ώστε να απαιτούνται από κάθε
δημοσιογράφο ικανές γνώσεις ψυχολογίας, κοινωνιολογίας και οικονομικών και από κάθε
επιστήμονα της συμπεριφοράς επιτακτική ανάγκη να πάρουν στα χέρια τους την
πέννα και να “δημοσιογραφήσουν”…
    Ένα κοινό
σημείο του προβληματισμού δημοσιογράφων και επιστημόνων της συμπεριφοράς
εδράζεται στην προσπάθειά μας να συλλάβουμε τα δεδομένα της τρέχουσας
πραγματικότητας και μαζί τις πιθανές προεκτάσεις της και στη συνέχεια να  τις αποδώσουμε στο κοινό που μας παρακολουθεί
έτσι ώστε να ολοκληρωθεί ο ρόλος ή, μάλλον, το λειτούργημά μας.
     Κανείς δεν θα
τολμούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι στα τελευταία χρόνια του συλλογικού μας
βίου έχει επιτελεσθεί μια εντυπωσιακή υποβάθμιση  του ρόλου των ΜΜΕ στο πλέγμα της ελληνικής
κοινωνίας.
    Τα ελληνικά
ΜΜΕ, Τύπος και ραδιοτηλεόραση, οι Έλληνες εκδότες και ιδιοκτήτες
ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και μαζί τους οι Έλληνες δημοσιογράφοι ΔΕΝ έδρασαν,
κατά την ταπεινή μου άποψη, με σαφή προσανατολισμό εξωστρέφειας, ΔΕΝ εντόπισαν
την υπαρξιακή τους αναζήτηση στα ιστορικά, ψυχοκοινωνικά και
οικονομικό-πολιτικά προβλήματα που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται και κατέληξαν
στο δράμα που σήμερα βιώνουμε ως Λαός και Έθνος, αυτό που πολλοί ξένοι
συνάδελφοι χαρακτηρίζουν πλέον ως μια «σύγχρονη ελληνική τραγωδία…»
    Η έλλειψη
«μαχόμενων» ΜΜΕ και δημοσιογράφων και ενεργοποιημένων επιστημόνων της
συμπεριφοράς στέρησε από την ελληνική πραγματικότητα εκείνη τη σιγουριά της
πεποίθησης ότι «οι φύλακες αγρυπνούν…»
    Είναι, ίσως,
σοφή η λαϊκή μας ρήση που διατείνεται ότι «μια ζωή την έχουμε» και αυτή η
μοναδικότητα της ατομικής μας ύπαρξης, της ζωής μας, είναι μόνιμα εκτεθειμένη
«στις σαΐτες και τα δόρατα της αχαλίνωτης τύχης, είναι υποκείμενο στον πόνο της
καρδιάς, στα μύρια τόσα σοκ που μπορεί να υποστεί η ανθρώπινή μας σάρκα» όπως
διατείνεται και ο Σαίξπηρ μέσω Άμλετ…
    Και η ζωή του
καθένα και της καθεμιάς μας είναι απόληξη των επιλογών που έχουμε κάνει και
αλληλένδετη με την Τύχη, γιατί δεν υπάρχει για κανέναν μας, ποτέ, καμία
εξασφάλιση αναφορικά με την σοφία των επιλογών μας. Η αξία μιας επιλογής που
κάνουμε σήμερα, σε βάρος μιας άλλης επιλογής, θα φανεί πολύ αργότερα, και όταν
φανεί τότε μόνο θα επιβεβαιωθεί η καλή ή η κακή Τύχη του ατόμου που την έκανε
αφήνοντας ανέγγιχτες κάποιες άλλες επιλογές που θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει….
    Σε τελική
ανάλυση, άσχετα με τον αν είμαστε απλοί μεροκαματιάρηδες ή Παντοδύναμοι
Πρωθυπουργοί κάποιες επιλογές μας πληρώνονται πολύ ακριβά αργότερα, και άλλες,
πάλι, ενώ ίσως ξεκινήσανε χωρίς εμφανείς προοπτικές, ξαφνικά, βαθειά μέσα στο
απώτερο μέλλον αποδείχνονται, εκ των υστέρων,  εντυπωσιακά ορθές!..
    Στην
ψυχοθεραπεία, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο της τύπο, η έννοια της «κάθαρσης» ως διαδικασίας δυναμικής
εξωτερίκευσης απόκρυφων σκέψεων, επιθυμιών, συγκρούσεων, εμπειριών και βιωμάτων
αποτελεί μια κεντρική προϋπόθεση απαραίτητη για την ολοκλήρωση της θεραπευτικής
αγωγής.
    Όσο πολυπόθητη,
όμως και αν φαίνεται να είναι η επίτευξη της «κάθαρσης» αυτό δεν συνεπάγεται,
αυτόματα, και την επιτυχία θεραπείας συμπτωμάτων ή συνδρόμων με τα οποία το
άτομο προσήλθε στον επιστήμονα ψυχολόγο, στον ψυχίατρο, στον ψυχαναλυτή, στον
ψυχοθεραπευτή.
    Με άλλα λόγια
δεν μπορούμε να έχουμε θεραπεία χωρίς κάθαρση αλλά δεν έχουμε θεραπεία απλά και
μόνο επειδή πετύχαμε την κάθαρση!…
    Όσο παράδοξα
πικρό, και ίσως και αντιφατικό, και εάν ακούγεται αυτό σε πρώτη εκτίμηση και
επιπόλαια αντιμετώπιση, είναι πράγματι απαραίτητο να το επισημάνουμε, ακριβώς
επειδή στον δικό μας τον ελλαδικό χώρο και στο ελληνικό ψυχοκοινωνικό σύστημα,
στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων αλλά και στην ατομική, προσωπική,
υποκειμενική αντίληψη του καθένα και της καθεμιάς μας η έννοια της ΚΑΘΑΡΣΗΣ των
πολιτικών και οικονομικών σκανδάλων που δημιουργήθηκαν από τα Κόμματα και τους
ανθρώπους του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ που μας Κυβέρνησαν τα τελευταία 40 χρόνια
αρχίζει να αποκτά και τις ιδιότητες της αυταπόδεικτης πραγματικότητας…
    Η αναζητούμενη
όμως ΚΑΘΑΡΣΗ δεν μπορεί, δεν πρέπει να μετουσιωθεί σε ΑΥΤΟΣΚΟΠΟ, αλλά ούτε και
επιτρέπεται να θεωρηθεί ως το τέλος, το κλείσιμο της κοινωνικό-θεραπευτικής
διαδικασίας στην οποία, προφανώς, έχουμε μπει συλλογικά ΟΛΟΙ μας και την οποία
μας επέβαλε η δραματική οικονομική μας πραγματικότητα στην Ελλάδα της τρόικα.
    Οι
ψυχοκοινωνικές διεργασίες και οι προεκτάσεις της κάθαρσης περικλείουν τον
κίνδυνο της μετουσίωσής τους σε «τυφλό πογκρόμ» αντεκδίκησης απέναντι σε
εκείνους που διέψευσαν τα οράματα του ελληνικού λαού όσο και τον ακόμη
μεγαλύτερο, από τη δική μου τουλάχιστον σκοπιά, κίνδυνο της εκτόνωσης ΟΛΩΝ μας
μέσα από τη ρητορική της «κάθαρσης» χωρίς ουσιαστικά να συντελεσθεί καμία
θεμελιακή κάθαρση που να αποτρέπει τους αυριανούς κατόχους εξουσίας από
παρόμοια συμπεριφορά.
    Η διαφαινόμενη
αντιπαράθεση Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς αφορά σε πολιτικούς και Πολιτικές
ΠΑΣΟΚ και ΝΔ που βιώσαμε τα τελευταία 40 χρόνια…
     Η σημερινή
κυανοπράσινη Συν-Κυβέρνηση των κκ Σαμαρά-Βενιζέλου στέκεται ως η ΚΕΝΤΡΟΔΕΞΙΑ
ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, ορατός δια γυμνού οφθαλμού διογκωμένος από την αθρόα προσέλευση
στελεχών και ψηφοφόρων του παλαιού ΠΑΣΟΚ ως η ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ.
    Το ΚΚΕ, ως η
δογματική αριστερά, συρρικνώθηκε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και η δογματική
δεξιά στατιστικά έπαψε να υπάρχει.
     Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
των επερχόμενων τριπλών εκλογών διαγράφεται και πάλι ως σύγκρουση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ με
νέους «μανδύες» πολιτικής περιβολής χωρίς ουσιαστική πολιτική, κοινωνική, οικονομική
ιδεολογία.
     Από αυτήν την σύγχρονη «ελληνική
τραγωδία» που βιώνουμε θα προκύψουμε ως άτομα και ως Έθνος πιο υγιείς «δι’
ελέου και φόβου περαίνοντας την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν» ή απλά θα
στήσουμε «το σκηνικό» για την επανάληψη του δράματος καθώς στις «μουσικές
καρέκλες» της πολιτικής θα αλλάξουμε τα πρόσωπα ΟΧΙ, όμως, ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ και
ΟΡΑΜΑΤΑ;

Αποχρώσες ενδείξεις συνταγματικής εκτροπής

Ναπολέων Λιναρδάτος

Τι είναι η δημοκρατία, αν η προστασία των ελευθεριών και των δικαιωμάτων
του πολίτη εξαρτάται από τις πολιτικές επιδιώξεις της εκάστοτε κυβέρνησης;

Το μόνο θέμα για όλα ελληνικά ΜΜΕ στην υπόθεση Μπαλτάκου ήταν η σχέση του γενικού
γραμματέα της κυβέρνησης με τα στελέχη της Χρυσής Αυγής. Το περιεχόμενο της συζήτησης
ήταν εκ προοιμίου άνευ σημασίας. Αντίθετα στα ξένα ΜΜΕ το θέμα ήταν η ίσως ομολογία
ανώτερου στελέχους της κυβέρνησης. Στο BBC το θέμα ήταν ότι «πέρα από ντροπή για
την ελληνική κυβέρνηση,

αποτελεί και απόδειξη ότι η ελληνική Δικαιοσύνη δεν είναι
ανεξάρτητη». Η γερμανική, Die Zeit, γράφει ότι ο «Ο Σαμαράς φέρεται να επηρέασε
τις διώξεις κατά της Χρυσής Αυγής». Στο ίδιο μοτίβο και τα ρεπορτάζ των
Reuters, New York Times, Guardian και Financial Times.


Γιατί αυτό το χάσμα μεταξύ των ελληνικών και ξένων ΜΜΕ; Θα μπορούσαμε να φαντασθούμε
τα προηγούμενα χρόνια την περίπτωση όπου ένας ανώτερος κυβερνητικός παράγων φέρεται
να ομολογεί παρέμβαση της κυβέρνησης στην δικαιοσύνη και το αποκλειστικό θέμα των
ελληνικών ΜΜΕ να είναι τα κίνητρα αυτού του ανθρώπου και η αναγκαιότητα της κυβερνητικής
σταθερότητας; Πως είναι δυνατόν, τα ΜΜΕ σε μια δημοκρατική χώρα, να έχουν όλα ακριβώς
την ίδια στάση στο ίδιο θέμα και να παρακάμπτουν το περιεχόμενο της υπόθεσης σε
αντίθεση με την στάση της υπόλοιπης ανθρωπότητας;

Την Παρασκευή το πρωί η εφημερίδα του εθνικού μας εργολάβου και μέγα κρατικοδίαιτου,
κ. Μπόμπολα, το Εθνος, θα βγει με κύριο άρθρο/πρώτο θέμα την αναγκαιότητα της “σταθερότητας”
και αποτροπής της πιθανότητας η ΧΑ να γίνει διαμορφωτής εξελίξεων. Λίγες ώρες αργότερα
ο πρωθυπουργός θα κάνει πανομοιότυπες δηλώσεις με το κύριο άρθρο του Έθνους και
το βράδυ στις ειδήσεις του MEGA, ιδιοκτησίας του εθνικού μας εργολάβου, ο κ Πρετεντέρης
θα επαναλάβει ως σχόλιο τις ίδιες θέσεις. Μπορεί η επανάληψη να είναι η μητέρα της
μαθήσεως, αλλά όταν οι Μπόμπολας και Σαμαράς μιλούν για σταθερότητα τι ακριβώς εννοούν;
Είναι η όποια σταθερότητα επαγγέλλονται πάνω από την αλήθεια και την ανεξαρτησία
της ελληνικής δικαιοσύνης; Είναι η σταθερότητα στις καρέκλες επιρροής και εξουσίας
που κατέχουν υπεράνω του συντάγματος και των νόμων;

Αν η ελληνική δημοκρατία κινδυνεύει σήμερα να έχει ως ρυθμιστική δύναμη ένα ναζιστικό
κόμμα αυτό συμβαίνει γιατί άτομα όπως οι κύριοι Μπόμπολας και Βενιζέλος έχουν αναλάβει
την υπεράσπιση της.

Εξ αρχής δεν ήταν αρκετό να κατηγορηθούν συγκεκριμένα άτομα για συγκεκριμένες πράξεις.
Οι όποιες εγκληματικές πράξεις αποδίδονται σε μέλη της ΧΑ για κάποιο περίεργο λόγο
δεν ήταν η ουσία της υπόθεσης, αλλά η αφορμή για να καταργηθεί δικαστικά η ψήφος
εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων πολιτών. Έτσι αποφασίσθηκε ότι στους προφυλακισθέντες
βουλευτές, που ακόμα δεν έχουν καταδικασθεί για τίποτα, δεν μπορεί να τους επιτραπεί
να πάνε στην Βουλή για να ψηφίσουν. Επίσης η Βουλή αποφάσισε πλέον ότι δεν θα δέχεται
τις ψήφους βουλευτών με επιστολή όπως έκανε μέχρι το πρόσφατο παρελθόν. Το ΣΔΟΕ
έχει επισκεφθεί το ξενοδοχείο του κ. Μιχαλολάκιου, αλλά όχι το ΠΑΣΟΚ του κ. Βενιζέλου,
όπου ο κ. Τσουκάτος παραδέχθηκε ότι έπαιρνε μίζες για λογαριασμό του κόμματος.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα στην δικαστική πλευρά, όπου οι παραβάσεις του
συντάγματος, του ποινικού δικαίου και του κώδικα ποινικής δικονομίας είναι τόσες
πολλές, που δεν γεμίζουν ένα άρθρο μόνο, αλλά ολόκληρο βιβλίο. Πως για παράδειγμα
γίνονται συλλήψεις με μια καινοφανή ερμηνεία της έννοιας του αυτόφωρου; Πως είναι
δυνατόν ανακριτές, να ανακρίνουν βουλευτές επί μακρόν, όχι για συγκεκριμένες πράξεις,
αλλά για τα πολιτικά τους φρονήματα; Γιατί ανακρίτρια με σύζυγο σύμβουλο του κ.
Κουβέλη και στέλεχος της ΔΗΜΑΡ να έχει αναλάβει μια υπόθεση πρωτοφανούς πολιτικής
βαρύτητας; Πως γίνεται να υπάρχει απόφαση προφυλάκισης πριν υπάρξει ανάκριση; Πως
εξηγείται ότι το ίδιο δικαστικό σύστημα που δίνει άδειες σε τελεσίδικα καταδικασθέντες
δολοφόνους της τρομοκρατίας, δεν δίνει άδεια σε προφυλακισθέντες βουλευτές να συμμετέχουν
σε ψηφοφορίες της Βουλής;

Επί σειρά μηνών γίνονται συνεχείς διαρροές δικαστικού υλικού της υπόθεσης – διαρροές
που είναι έτσι επιλεγμένες ώστε να δημιουργούν την χειρότερη δυνατή εντύπωση για
τους κατηγορούμενους. Κανείς δεν έχει αντιδράσει σε αυτή την μεθόδευση. Ταυτόχρονα
το σύστημα δικαιοσύνης που αδιαφορεί παντελώς γι’ αυτή την πρακτική, η πρώτη αντίδρασή
του στην υποκλοπή του κ. Κασιδιάρη ήταν η άσκηση δίωξης εναντίον του, αλλά όχι η
διερεύνηση του περιεχομένου της συζήτησης Κασιδιάρη-Μπαλτάκου.

Υπάρχει θέμα με την ελληνική δικαιοσύνη. Συχνά οι αποφάσεις της φαίνονται
να είναι υπερβολικά αυστηρές ή υπερβολικά ανεχτικές όταν αυτό ωφελεί τους κρατούντες.
Πάρτε για παράδειγμα τηv υπόθεση Ζαχόπουλου, όπου η Έυη Τσέκου έμεινε προφυλακιστέα
για επτά μήνες. Αντίθετα στην υπόθεση Siemens, ο κ. Χρηστοφοράκος κυκλοφορούσε ελεύθερος
μέχρι την ημέρα που αποφάσισε να την κάνει για Γερμανία. Λάθη και παραλήψεις πάντα
γίνονται, αλλά πως γίνεται οι ωφελημένοι από αυτά τα λάθη και παραλήψεις να είναι
πάντα οι ίδιοι;

Είναι σοβαρό πρόβλημα η αίσθηση μπανανίας που έχει δημιουργηθεί τους τελευταίους
μήνες, όπου δίνεται η εντύπωση ότι για κάποιους, και δη εκλεγμένα μέλη του ελληνικού
κοινοβουλίου, η καταδικαστική απόφαση είναι προειλημμένη και απλά διεκπεραιώνονται
οι τυπικές διαδικασίες μέχρι να φτάσουμε σ’ αυτό το αποτέλεσμα.

Το τεκμήριο της αθωότητας δεν είναι πρόσχημα δικαιοσύνης που κερδίζεται ή χάνεται
βάση των πολιτικών προτιμήσεων των ΜΜΕ. Κάθε Έλληνας πολίτης έχει το δικαίωμα σε
μια δίκαιη δίκη. Οι βασικές ελευθερίες και δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών δεν μπορούν
να είναι αντικείμενο πολιτικού παζαρέματος και συναλλαγής. Αυτά τα δικαιώματα και
ελευθερίες δεν καταργούνται επειδή τα πολιτικά πιστεύω κάποιου πολίτη είναι απεχθή.
Σε μια χώρα που δεν κυβερνούν το σύνταγμα και οι νόμοι αλλά τα πρόσωπα και οι συσχετισμοί
συμφερόντων, δεν μπορεί να θεωρείται ελεύθερη.