ΟΜΙΛΙΑ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΑΧΙΝΙΔΗ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

    0
    92

    Συνέχιση της συζήτησης επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα, Σύσταση της Ελληνικής Στατιστικής, ως Ανεξάρτητης Αρχής

    Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Aπό την πρώτη ημέρα που το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πήρε την εντολή του λαού και ανέλαβε την ευθύνη για την πορεία της χώρας, ξεκίνησε ένα πολύ δύσκολο αγώνα για την ανατροπή του κλίματος αναξιοπιστίας, το οποίο αντιμετώπιζε η χώρα, κλίμα το οποίο αποτυπώνεται και στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στο εξωτερικό, που προσβάλλουν σε πολλές περιπτώσεις βάναυσα τη χώρα και τους πολίτες της. Το έλλειμμα αυτό αξιοπιστίας δεν προέκυψε ξαφνικά. Υπήρξε το αποτέλεσμα πρακτικών του πρόσφατου παρελθόντος, πρακτικών που είχαν ως αποτέλεσμα τις μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ στόχων και εκτελέσεων του Προϋπολογισμού.

    Και καταθέτω χαρακτηριστικά τα στοιχεία, που αφορούν τις αναθεωρήσεις του ελλείμματος του έτους 2008 και του έτους 2009, στα Πρακτικά της Βουλής, για να έχουν μια εικόνα οι συνάδελφοι, για το πόσες πραγματικά αναθεωρήσεις έγιναν ανάμεσα στον αρχικό στόχο που είχε τεθεί και στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού.
    Πρακτικών που είχαν ως αποτέλεσμα τη χειραγώγηση -όπως φαίνεται- των στατιστικών στοιχείων, ώστε να αποκρύπτεται η πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Γίνεται αντιληπτό σε όλους, ποιος είναι ο κίνδυνος ο οποίος προκύπτει από μια ωραιοποίηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας. Εγείρονται απαιτήσεις, διότι κάθε κοινωνική και επαγγελματική τάξη, που βλέπει τους αριθμούς να ευημερούν, διεκδικεί μερίδιο από αυτήν την εικονική ευημερία. Βέβαια, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, επειδή απέκρυπτε την αλήθεια και προκειμένου να γίνει αρεστή, υπέκυπτε στις αλόγιστες πιέσεις για παροχές και ικανοποιούσε με κομματικά και πελατειακά κριτήρια, αλόγιστα, κάθε αίτημα κοινωνικής και επαγγελματικής τάξης. Και πώς χρηματοδοτούσε η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας τις πολιτικές αυτές; Με συνεχή αύξηση του δανεισμού. Αντί, λοιπόν, να πούνε οι της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας την αλήθεια στους πολίτες και να αποκαλύψουν το μέγεθος του προβλήματος, επιχειρούσαν να αποκρύψουν τα προβλήματα και να τα παραποιήσουν με τεχνάσματα, όπως για παράδειγμα η αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έδιναν λάθος πληροφορίες για το πραγματικό πρόβλημα της χώρας. Έτσι, σε συνθήκες εφορίας και αυξημένης ρευστότητας κατάφεραν να αποκρύψουν το πρόβλημα και να δανειστούν με χαμηλότερα επιτόκια. Τόσο χαμηλά που ήταν πάρα πολύ κοντά σε αυτά με τα οποία δανείζεται η Γερμανία. Μια χώρα που -με κανένα τρόπο- δε βρίσκεται αντιμέτωπη με τα προβλήματα που βρίσκεται η χώρα μας. Όποιος, λοιπόν, παρακολουθούσε με προσοχή την πορεία του χρέους της χώρας τα τελευταία έξι χρόνια, άλλη εικόνα αποκτούσε όταν έβλεπε την απόλυτη αύξηση του χρέους και άλλη όταν παρακολουθούσε το δείκτη χρέους προς Α.Ε.Π.. Διότι, όποιος παρακολουθούσε το δείκτη χρέος προς Α.Ε.Π. έβλεπε να μειώνεται το δημόσιο χρέος της χώρας. Δεν είναι τυχαία η σπουδή που έδειξε η προηγούμενη διοίκηση της ΕΣΥΕ, η οποία προχώρησε σε αύξηση του Α.Ε.Π.. Για τη ακρίβεια, πρότεινε αύξηση του Α.Ε.Π. κατά 25%. Επιλογή που οδήγησε τότε τους σχολιαστές του εξωτερικού να ομιλούν για «κοντοπυράκιο θεώρημα». Βέβαια η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή, αυξήθηκε όμως το Α.Ε.Π. κατά 9%. Η αλήθεια, όμως, ήταν διαφορετική από αυτήν που προέκυπτε μετά την αύξηση του Α.Ε.Π. κατά 9%. Η αλήθεια που αφορά το χρέος ήταν ότι αυτό συνέχιζε να αυξάνεται. Όχι μόνο αυξάνονταν, αλλά αποκτούσε και μια ανεξέλεγκτη δυναμική. Και εδώ αναδεικνύεται το μέγεθος των αδυναμιών, όχι μόνο στον τρόπο κατάρτισης και παραγωγής των στοιχείων, αλλά και στους θεσμικούς μηχανισμούς παρακολούθησης της πορείας της ελληνικής οικονομίας. Ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα. Που ήταν όλο αυτό το διάστημα οι επιφορτισμένοι με το καθήκον παρακολούθησης της ελληνικής οικονομίας; Ποιες ακριβώς πρωτοβουλίες πήραν, για να επισημάνουν στην προηγούμενη Κυβέρνηση της χώρας, πόσο επιζήμιες ήταν οι επιλογές της; Και αλήθεια, τι μήνυμα έστελναν στις αγορές, όταν έβλεπαν μια χώρα να βγαίνει από το καθεστώς της επιτήρησης με βάση τις επιδόσεις για το έτος 2007, και αμέσως μετά, η ίδια χώρα για τα στοιχεία του ίδιου έτους να τίθεται σε επιτήρηση. Τώρα, όλοι αυτοί, στην περίπτωση της Ελλάδος, επιδιώκουν να ασκήσουν με απόλυτη αυστηρότητα τα καθήκοντα που τόσα χρόνια παραμελούσαν.

    Και για να μην παρεξηγούμαστε, δεν επιδιώκουμε ευνοϊκή μεταχείριση, ούτε εξαίρεση από την παρακολούθηση. Εμείς επιδιώκουμε να λύσουμε με αξιόπιστο τρόπο τα προβλήματά μας και να σταθούμε υπεύθυνα απέναντι στις αγορές που αμφισβητούν τις δυνατότητες της χώρας με ένα τρόπο ανορθολογικό.
    Διότι, αν κάτι μάθαμε από την κρίση του 2007, είναι ότι τις αγορές δύσκολα μπορούμε να τις ελέγξουμε. Αυτές κινούνται με βάση της συμπεριφορά της αγέλης. Δεν θα αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, απλά επισημαίνω τι σημαίνει για τη χώρα μας, που έχει ένα τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας και που αυτό το έλλειμμα οδηγεί σε καθημερινή αύξηση του κόστους δανεισμού της χώρας. Όμως, αυτή η αύξηση είναι που δυσκολεύει την ίδια την προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής. Γιατί, ουσιαστικά, κάθε φορά που αυξάνονται τα επιτόκια εξαιτίας του ελλείμματος αξιοπιστίας, αυξάνονται οι πληρωμές των τόκων και αυτό κάνει τη δημοσιονομική προσαρμογή πολύ δυσκολότερη. Παρακολούθησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις τοποθετήσεις των συναδέλφων, ιδιαίτερα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, σε ότι αφορά την πρωτοβουλία που πήρε η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ, να προτείνει τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για την αξιολόγηση των στατιστικών στοιχείων της χώρας από το 2004 και μετά. Αν λοιπόν, κάποιος παρακολουθήσει τα επιχειρήματα που διατύπωσαν οι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, σύντομα οδηγείται σε αδιέξοδο για το τι ακριβώς υποστηρίζουν. Λένε, λοιπόν, οι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτα η Νέα Δημοκρατία.

    Θεωρώ ότι αυτή είναι μια πολύ θετική εξέλιξη. Διότι, αν πραγματικά δεν έχει να φοβηθεί τίποτα η Νέα Δημοκρατία, που αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ευθύνες, τότε δεν πρόκειται να δημιουργηθεί και το παραμικρό πρόβλημα από τις εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής. Απευθύνομαι και στους συναδέλφους του ΛΑ.Ο.Σ., διότι υιοθετούν αυτό το επιχείρημα. Διότι, αν δεν υπάρχει πρόβλημα δεν θα προκύψει κάτι αρνητικό ούτε για τη διεθνή εικόνα της χώρας, αλλά ούτε και για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.
    Εκεί που δημιουργούνται ερωτήματα στον πολίτη που ακούει τη συζήτηση είναι όταν ταυτόχρονα οι συνάδελφοι της αξιωματικής αντιπολίτευσης λένε -και άκουσα και τους συναδέλφους του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα- να πάμε σε Εξεταστική Επιτροπή για ζητήματα που αφορούν την οικονομία. Πρώτα απ’ όλα, από ότι κατάλαβα οι συνάδελφοι της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑ.ΣΟ.Κ, μιλάνε για τα στατιστικά στοιχεία από το 2004 και μετά. Εσείς θέλετε να αλλάξετε τη συζήτηση και λέτε να πάμε από το 1980 και μετά. Τα πράγματα, όμως, εδώ γίνονται πιο περίπλοκα γιατί ο πολίτης που σας ακούει αναρωτιέται: Αφού δεν υπάρχει πρόβλημα από το 2004 και μετά, γιατί θέλετε να διευρύνετε το πεδίο της έρευνας κατά 25 ολόκληρα χρόνια; Μήπως γιατί δεν θέλετε κατά βάθος να γίνει η έρευνα; Και αναρωτιέται ο πολίτης: μήπως γιατί τελικά υπάρχουν ευθύνες και επιχειρείται ένας συμψηφισμός με επιλογές που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια; Ακούει, βέβαια, τους συναδέλφους της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ -από ότι διαπίστωσα σήμερα- να μιλάνε για τη δεκαετία του ΄80 και του ’90, για επιλογές που έγιναν τότε από το ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Και ερωτώ, εάν υπήρχαν προβλήματα στις επιλογές της δεκαετίας του ’80, γιατί τότε που διώξατε πολιτικά τον Ανδρέα Παπανδρέου, δε διευρύνατε το κατηγορητήριο; Για να συμπεριλάβετε μέσα στο κατηγορητήριο και αυτά τα οποία του είχατε καταλογίσει από κοινού Νέα Δημοκρατία, ΚΚΕ, και Συνασπισμός, που -για την ακρίβεια- ήταν τότε. Δεν τα συμπεριλάβατε στο κατηγορητήριο, ώστε να διερευνηθούν εκείνη την περίοδο. Πάλι, λέτε ότι υπήρξαν προβλήματα κατά τη δεκαετία του ’90. Σας ερωτώ. Μιλάτε τώρα, τεσσερισήμισι μήνες μετά, και λέτε για παράδειγμα να ασχοληθούμε με όλα αυτά που συνέβησαν την περίοδο 1994-2004. Και ερωτώ: Αφού μέχρι πριν από τεσσερισήμισι μήνες ήσασταν στην Κυβέρνηση, εάν θεωρείτε ότι υπήρχε οτιδήποτε μεμπτό και επιλήψιμο και ιδιαίτερα μετά από την απογραφή και όλα αυτά τα οποία έγιναν, γιατί δεν πήρατε, λοιπόν, όλες αυτές τις πρωτοβουλίες, οι οποίες θα οδηγούσαν στην εξαγωγή εύλογων συμπερασμάτων, για το αν υπάρχουν ευθύνες. Νομίζω ότι η στάση σας δημιουργεί υποψίες στους Έλληνες πολίτες, ότι τελικά οι σημερινές σας απόψεις είναι εκ του πονηρού και δεν αποσκοπούν στην συντήρηση του κλίματος συναίνεσης, όπως προφασίζονται πολλοί, αλλά σε κάτι άλλο. Θέλω να δώσω και μια απάντηση σε ορισμένα εύλογα ερωτήματα που έθεσε ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Σιούφας, αναφορικά με τη διάρκεια του στατιστικού προγράμματος. Έθεσε το ερώτημα γιατί είναι τριετές. Γιατί και οι Προϋπολογισμοί της Κυβέρνησης θα είναι τριετείς. Για το πρόγραμμα της EUROSTAT είναι πενταετές, εμείς θέλουμε η ΕΛΣΤΑΤ να δουλέψει πιο σφικτά. Εξάλλου εκτελείται κατ’ έτος, οπότε δε δημιουργείται κανένα πρόβλημα. Έθεσε και το ερώτημα για Διοικητικό Συμβούλιο στην ΕΛΣΤΑΤ. Η ΕΛΣΤΑΤ είναι ανεξάρτητη αρχή με επτά μέλη. Δεν υπάρχει Διοικητικό Συμβούλιο. Όταν ο νόμος λέει Διοικητικό Συμβούλιο, εννοεί τα επτά μέλη της Ανεξάρτητης Αρχής. Αυτά είναι που αποφασίζουν. Έθεσε το ερώτημα ποιοι είναι οι φορείς του Στατιστικού Συστήματος. Θα τους καθορίσει με απόφαση η ΕΛΣΤΑΤ.

    Άκουσα τον κ. Λαφαζάνη και ειλικρινά εξακολουθώ να έχω μια απορία. Δεν είμαι σίγουρος, για το ποια είναι η στάση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Λαφαζάνης θεωρεί το σχέδιο νόμου απαράδεκτο, ο κ. Παπαδημούλης έχει επιφυλαχθεί. Τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θέση; Για να ξέρουμε.
    Επειδή έγιναν πολλές παρατηρήσεις σχετικά με τις νομοθετικές διορθώσεις, θα πρέπει να πούμε ότι εμείς δε λειτουργούμε εν κενώ. Λαμβάνουμε υπόψη τις παρατηρήσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής καθώς και τις παρατηρήσεις από Βουλευτές που διατυπώθηκαν και τις ενσωματώνουμε. Γιατί στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε τελικά ένα αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο κοιτάει μπροστά, κοιτάει πώς θα ικανοποιηθούν οι μελλοντικές απαιτήσεις των Ελλήνων πολιτών, την ανάγκη όλοι οι φορείς δημόσιοι και ιδιωτικοί να συλλέγουν και να δίνουν αξιόπιστα στοιχεία στην Ανεξάρτητη Αρχή. Γιατί μόνο με αυτά τα στοιχεία μπορούμε να λύσουμε το δομικό πρόβλημα αναξιοπιστίας με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα. Για να μπορέσουμε πραγματικά να βάλουμε πορεία προς τα εμπρός και να βγάλουμε τη χώρα έξω από τη βαθιά κρίση, στην οποία έχει βυθιστεί το τελευταίο διάστημα. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Πρόεδρε.